ἑλεόθρεπτος

ἑλεόθρεπτος, ον, ([etym.] ἕλος)
A marsh-bred,

σέλινον Il.2.776

, Nic.Th.597.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελεόθρεπτος — ἑλεόθρεπτος, ον (Α) αυτός που τρέφεται ή φύεται σε ελώδεις περιοχές («ἑλεόθρεπτον σέλινον») …   Dictionary of Greek

  • ἐλεόθρεπτος — ἑλεόθρεπτος marsh bred masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεόθρεπτον — ἑλεόθρεπτος marsh bred masc/fem acc sg ἑλεόθρεπτος marsh bred neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεοθρέπτου — ἑλεόθρεπτος marsh bred masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεόθρεπτα — ἑλεόθρεπτος marsh bred neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.